• WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
  • English Usage

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
too much,
too much [sth],
too much of [sth]
adj
(an excess of)υπερβολικός, υπέρμετρος επίθ
 Too much coffee makes me jittery.
 Ο υπερβολικός καφές με κάνει νευρικό.
too much adv (excessively, to excess)υπερβολικά, υπέρμετρα επίρ
 He loved her too much to leave her.
 Την αγαπούσε υπερβολικά για να την αφήσει.
too much n (an excessive amount)υπερβολικά πολύς, υπέρμετρα πολύς ουσ αρσ
 I can't possibly eat all that – it's too much.
 Δεν υπάρχει περίπτωση να μπορέσω να φάω όλα αυτά, είναι υπερβολικά πολλά.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
have too much v expr (have an excess)έχω πολύ έκφρ
  μου περισσεύει έκφρ
  έχω περίσσεια έκφρ
 Do you want a slice of this cake? I've got too much.
have too much [sth],
have too much of [sth]
v expr
(have [sth] to excess)έχω πολύ κτ έκφρ
  μου περισσεύει κτ έκφρ
  έχω περίσσεια από κτ έκφρ
pay too much v expr (be overcharged for [sth])πληρώνω μεγάλο ποσό ρ μ
Σχόλιο: δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία
 I paid too much for the taxi from the airport to the city centre.
protest too much v expr (insist unconvincingly that [sth] is untrue)διαμαρτύρομαι τόσο έντονα που δεν γίνομαι πιστευτός ρ αμ
Σχόλιο: δεν υπάρχει αρκιβής αντιστοιχία
 “The lady doth protest too much”, as they say.
talk too much v expr (speak excessively)μιλώ πολύ ρ αμ
  λέω πολλά έκφρ
 She talks too much … and most of what she says is rubbish.
too much at once n (sudden excess of [sth])πολύ μαζί στα ξαφνικά ουσ ουδ
Σχόλιο: δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία
 I took a big gulp of beer and got too much at once.
too much for [sb] prep (overwhelming)μου πέφτει πολύ έκφρ
 Caring for six children was too much for the exhausted young mother.
 Η φροντίδα έξι παιδιών έπεφτε πολύ στην εξαντλημένη νεαρή μητέρα.
too much for [sb] prep (intolerable) (Δεν υπάρχει αντιστοιχία.)-
 Losing his wife was too much for him to bear.
 Δεν μπόρεσε να αντέξει το χαμό της γυναίκας του.
too much of a good thing n informal ([sth] spoilt by excess)ακόμα και το καλό μπορεί να είναι υπερβολικό περίφρ
 There was so much to eat; sometimes you can have too much of a good thing!
too much to ask n informal (excessive, unreasonable demand) (καθομιλουμένη)ζητάω πολλά; έκφρ
  υπερβολική απαίτηση επίθ + ουσ θηλ
way too much adj informal (an excess of)υπερβολικός επίθ
  πάρα πολύς, υπερβολικά πολύς φρ ως επίθ
 The cook put way too much mashed potato on my plate.
way too much adv informal (excessively)υπερβολικά επίρ
  πάρα πολύ, υπερβολικά πολύ φρ ως επίρ
 My son plays way too much computer golf.
way too much n informal (an excessive amount)υπερβολικός επίθ
  (καθομιλουμένη)που παραείναι, που παραπάει περίφρ
 I can't accept this money; it's way too much.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'too much' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση too much στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «too much».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!